worthy
wor
ˈwɜ:
thy
ði
dhi

Ορισμός και σημασία του "worthy"στα αγγλικά

01

άξιος, αξιόλογος

possessing qualities or abilities that deserve recognition or consideration 
worthy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
worthiest
συγκριτικός βαθμός
worthier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her selfless actions made her a worthy recipient of the community service award. 

Οι ανιδιοτελείς πράξεις της την έκαναν άξια παραλήπτρια του βραβείου κοινωνικής υπηρεσίας.

02

άξιος, ενάρετος

having worth or merit or value; being honorable or admirable 
03

άξιος, αξιόλογος

worthy of being chosen especially as a spouse 
01

προσωπικότητα, αξιόλογο πρόσωπο

an important, honorable person (word is often used humorously) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
worthies

Λεξικό Δέντρο

unworthy
worthily
worthiness
worthy
worth
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store