Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
worthy
01
άξιος, αξιόλογος
possessing qualities or abilities that deserve recognition or consideration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
worthiest
συγκριτικός βαθμός
worthier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her bravery in the face of adversity makes her a worthy role model for others.
Η γενναιότητά της απέναντι στις δυσκολίες την κάνει ένα άξιο πρότυπο για τους άλλους.
02
άξιος, ενάρετος
having worth or merit or value; being honorable or admirable
03
άξιος, αξιόλογος
worthy of being chosen especially as a spouse
Worthy
01
προσωπικότητα, αξιόλογο πρόσωπο
an important, honorable person (word is often used humorously)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
worthies
Λεξικό Δέντρο
unworthy
worthily
worthiness
worthy
worth



























