Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
worsened
01
χειροτερευμένος, αποδυναμωμένος
having declined in condition, especially in terms of health, strength, or functioning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most worsened
συγκριτικός βαθμός
more worsened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After skipping her medications, her worsened condition required immediate hospitalization.
Αφού παρέλειψε τα φάρμακά της, η χειροτερευμένη κατάστασή της απαίτησε άμεση νοσηλεία.
02
χειροτερευμένος, επιδεινωμένος
made or become worse; impaired
Λεξικό Δέντρο
worsened
worsen



























