Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
worsened
01
χειροτερευμένος, αποδυναμωμένος
having declined in condition, especially in terms of health, strength, or functioning
Παραδείγματα
His worsened eyesight made it difficult to drive at night.
Η χειροτερευμένη όρασή του έκανε δύσκολη την οδήγηση τη νύχτα.
02
χειροτερευμένος, επιδεινωμένος
made or become worse; impaired
Λεξικό Δέντρο
worsened
worsen



























