worsened
worse
ˈwɜ:s
vēs
ned
nɛd
ned

Ορισμός και σημασία του "worsened"στα αγγλικά

01

χειροτερευμένος, αποδυναμωμένος

having declined in condition, especially in terms of health, strength, or functioning 

worse

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most worsened
συγκριτικός βαθμός
more worsened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After skipping her medications, her worsened condition required immediate hospitalization. 

Αφού παρέλειψε τα φάρμακά της, η χειροτερευμένη κατάστασή της απαίτησε άμεση νοσηλεία.

02

χειροτερευμένος, επιδεινωμένος

made or become worse; impaired 

Λεξικό Δέντρο

worsened
worsen
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store