Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to worsen
01
επιδεινώνω, χειροτερεύω
to become less desirable, easy, or tolerable
Intransitive
Παραδείγματα
Ignoring the problem will only allow it to worsen over time.
Η αγνόηση του προβλήματος θα επιτρέψει μόνο να χειροτερεύσει με το χρόνο.
02
επιδεινώνω, χειροτερεύω
to make something get worse or more unfavorable than it was before
Transitive: to worsen a condition
Παραδείγματα
Failing to address minor issues promptly has worsened overall project outcomes.
Η αποτυχία επίλυσης μικρών θεμάτων άμεσα έχει επιδεινώσει τα συνολικά αποτελέσματα του έργου.
Λεξικό Δέντρο
worsened
worsening
worsening
worsen



























