Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to worsen
01
επιδεινώνω, χειροτερεύω
to become less desirable, easy, or tolerable
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
worsen
γ΄ ενικό πρόσωπο
worsens
ενεστώτα μετοχή
worsening
απλός αόριστος
worsened
παθητική μετοχή
worsened
Παραδείγματα
His health condition began to worsen after he stopped taking his medication.
Η κατάσταση της υγείας του άρχισε να επιδεινώνεται αφού σταμάτησε να παίρνει τα φάρμακά του.
02
επιδεινώνω, χειροτερεύω
to make something get worse or more unfavorable than it was before
Transitive: to worsen a condition
Παραδείγματα
Ignoring a minor injury can worsen the overall condition over time.
Η αγνόηση ενός μικρού τραυματισμού μπορεί με την πάροδο του χρόνου να επιδεινώσει τη γενική κατάσταση.
Λεξικό Δέντρο
worsened
worsening
worsening
worsen



























