Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Worm
01
σκουλήκι, παρασίτης
a small soft-bodied animal with an elongated body that lacks limbs and eyes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
worms
Παραδείγματα
The worm wriggled through the moist soil.
Το σκουλήκι κουλουριάστηκε μέσα από την υγρή γη.
02
δειλός, άθλιος
a person regarded as weak, cowardly, or contemptible
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
That worm ran at the first sign of trouble.
Αυτός ο δειλός έτρεξε στο πρώτο σημάδι προβλήματος.
03
ατέρμονα βίδα, σπείρωμα βίδας
screw thread on a gear with the teeth of a worm wheel or rack
04
σκουλήκι, σκουλήκι υπολογιστή
a software program capable of reproducing itself that can spread from one computer to the next over a network
to worm
01
συστρέφομαι, στριφογυρίζω
to move in a twisting or contorted motion, (especially when struggling)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
worm
γ΄ ενικό πρόσωπο
worms
ενεστώτα μετοχή
worming
απλός αόριστος
wormed
παθητική μετοχή
wormed
Λεξικό Δέντρο
wormy
worm



























