Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
worldwide
01
παγκοσμίως, σε όλο τον κόσμο
in or to all parts of the world
Παραδείγματα
The pandemic caused worldwide disruption to travel.
Η πανδημία προκάλεσε παγκόσμια διαταραχή στα ταξίδια.
worldwide
01
παγκόσμιος, σε όλο τον κόσμο
extending or applying to the entire world
Παραδείγματα
The organization works toward achieving worldwide peace and stability.
Ο οργανισμός εργάζεται για την επίτευξη παγκόσμιας ειρήνης και σταθερότητας.
02
παγκόσμιος, σε παγκόσμια κλίμακα
involving the entire earth; not limited or provincial in scope
03
παγκόσμιος, σε παγκόσμια κλίμακα
of worldwide scope or applicability
Λεξικό Δέντρο
worldwide
world
wide



























