workspace
work
ˈwɜrk
vērk
space
ˌspeɪs
speis
/wˈɜːkspe‍ɪs/

Ορισμός και σημασία του "workspace"στα αγγλικά

01

χώρος εργασίας, γραφείο

space allocated for your work (as in an office)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
workspaces
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store