Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Workspace
01
χώρος εργασίας, γραφείο
space allocated for your work (as in an office)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
workspaces
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χώρος εργασίας, γραφείο