workings
wor
ˈwɜ:
ουερ
kings
kɪngz
κινγκζ

Ορισμός και σημασία του "workings"στα αγγλικά

01

μηχανισμός, λειτουργία

the internal mechanism of a device 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
workings
02

εξόρυξη, λατομείο

a mine or quarry that is being or has been worked 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store