Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wooly
01
μαλλινός, από μαλλί
covered in or made of wool
Παραδείγματα
He knitted a pair of wooly mittens for his niece to wear on cold days.
Πλέκει ένα ζευγάρι μαλλινά γάντια για την ανηψιά του να φοράει τις κρύες μέρες.
02
μαλλιαρός, απαλός
having a soft, fluffy, or downy texture or look
Παραδείγματα
The blanket felt wooly and warm.
Η κουβέρτα ένιωθε μαλλιαρή και ζεστή.
03
ασαφής, μπερδεμένος
characterized by unclear, disorganized, or fuzzy thinking or expression
Παραδείγματα
The lecture was wooly and lacked focus.
Η διάλεξη ήταν ασαφής και δεν είχε εστίαση.
Λεξικό Δέντρο
wooly
wool



























