woodworm
wood
ˈwʊd
ουουντ
worm
wɜ:m
ουερμ

Ορισμός και σημασία του "woodworm"στα αγγλικά

01

ξυλοφάγος σκώρος, προνύμφη ξυλοφάγου εντόμου

the larvae of a beetle that feed on wood and make a lot of holes in it 
woodworm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
woodworms
02

ζημιές από σκώρο, τρύπες από σκώρο

the damage done to wood by an insect called woodworm, marked by many small holes 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

woodworm

wood

+

worm

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store