wont to
wont
wəʊnt
ουεουντ
to
tu:
του

Ορισμός και σημασία του "wont to"στα αγγλικά

01

συνηθισμένος σε, τείνων να

having a tendency or habit of doing something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, habit, tendency
Παραδείγματα
She was wont to take a morning walk before breakfast. 

Είχε τη συνήθεια να κάνει ένα πρωινό περίπατο πριν από το πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store