womanhood
wo
ˈwʊ
voo
man
mən
mēn
hood
ˌhʊd
hood

Ορισμός και σημασία του "womanhood"στα αγγλικά

01

γυναικεία φύση, κατάσταση της γυναίκας

the status of a woman 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
gender specific
αρσενικό ενικό
manhood
θηλυκό ενικό
womanhood
neutral form
adulthood
02

γυναικεία φύση, τάξη των γυναικών

women as a class 
03

γυναικεία φύση, κατάσταση γυναίκας

the state or condition of being an adult female 
Παραδείγματα
She embraced womanhood with confidence and independence. 

Αγκάλιασε την γυναικεία φύση με αυτοπεποίθηση και ανεξαρτησία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

womanhood
woman
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store