Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Witnesser
01
μάρτυρας, παρατηρητής
someone who sees an event and reports what happened
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
witnessers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
witnesser
witness



























