without doubt
with
ˈwɪð
vidh
out
aʊt
awt
doubt
daʊt
dawt

Ορισμός και σημασία του "without doubt"στα αγγλικά

without doubt
01

χωρίς αμφιβολία, αναμφίβολα

used to emphasize an opinion or the point one is making 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The view from the top of the mountain is, without doubt, breathtaking. 

Η θέα από την κορυφή του βουνού είναι, χωρίς αμφιβολία, εντυπωσιακή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store