Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wither
01
μαραίνομαι, στεγνώνω
to dry up or shrink, typically due to a loss of moisture
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wither
γ΄ ενικό πρόσωπο
withers
ενεστώτα μετοχή
withering
απλός αόριστος
withered
παθητική μετοχή
withered
Παραδείγματα
Without regular watering, plants in the garden tend to wither.
Χωρίς κανονική ποτίσματα, τα φυτά στον κήπο τείνουν να μαραίνονται.
02
μαραίνομαι, αδυνατίζω
to decline, weaken, or deteriorate, often in terms of strength, vitality, or overall condition
Intransitive
Παραδείγματα
As the economic recession took hold, the small businesses in the area started to wither, unable to sustain their operations.
Καθώς η οικονομική ύφεση εδραιώθηκε, οι μικρές επιχειρήσεις στην περιοχή άρχισαν να μαραίνονται, ανίκανες να διατηρήσουν τις δραστηριότητές τους.
Λεξικό Δέντρο
withered
withering
withering
wither



























