blue-eyed
blue
blu:
bloo
eyed
aɪd
aid

Ορισμός και σημασία του "blue-eyed"στα αγγλικά

01

γαλανομάτης, με γαλάζια μάτια

having eyes that are blue in color 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blue-eyed
συγκριτικός βαθμός
more blue-eyed
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, people, description
Παραδείγματα
The blue-eyed child smiled brightly. 

Το παιδί με τα μπλε μάτια χαμογέλασε λαμπρά.

02

γαλανόματος, αγαπημένος

favorite 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store