blue-eyed
Pronunciation
/blˈuːˈaɪd/

Ορισμός και σημασία του "blue-eyed"στα αγγλικά

01

γαλανομάτης, με γαλάζια μάτια

having eyes that are blue in color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blue-eyed
συγκριτικός βαθμός
more blue-eyed
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her blue-eyed brother always stood out in photos.
Ο γαλαντόματος αδερφός της ξεχώριζε πάντα στις φωτογραφίες.
02

γαλανόματος, αγαπημένος

favorite
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store