Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wise up
01
γίνομαι πιο σοφός, συνειδητοποιώ
to learn or become aware of a particular situation or fact, helping one to make better decisions or understand things more clearly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
wise
ενεστώτας
wise up
γ΄ ενικό πρόσωπο
wises up
ενεστώτα μετοχή
wising up
απλός αόριστος
wised up
παθητική μετοχή
wised up
Παραδείγματα
He wised up to the unhealthy habits he'd been following and started taking better care of his health.
Συνειδητοποίησε τις ανθυγιεινές συνήθειες που ακολουθούσε και άρχισε να φροντίζει καλύτερα την υγεία του.
02
διαφωτίζω, ενημερώνω
to make someone to learn or realize something, often by providing information
Παραδείγματα
The documentary aimed to wise up viewers about the environmental impact of plastic pollution.
Το ντοκιμαντέρ στόχευε να ενημερώσει τους θεατές για την περιβαλλοντική επίπτωση της πλαστικής ρύπανσης.



























