winter
Pronunciation
/ˈwɪntɚ/

Ορισμός και σημασία του "winter"στα αγγλικά

01

χειμώνας

the season that comes after fall and in most countries winter is the coldest season
winter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winters
Παραδείγματα
Winter is the time when people celebrate holidays like Christmas and New Year's.
Ο χειμώνας είναι η εποχή που οι άνθρωποι γιορτάζουν διακοπές όπως τα Χριστούγεννα και το Πρωτοχρονιά.
to winter
01

διαχειμάζω, περνώ τον χειμώνα

spend the winter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
winter
γ΄ ενικό πρόσωπο
winters
ενεστώτα μετοχή
wintering
απλός αόριστος
wintered
παθητική μετοχή
wintered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store