to winnow
wi
ˈwɪ
vi
nnow
nəʊ
new
window

Ορισμός και σημασία του "winnow"στα αγγλικά

to winnow
01

λικνίζω, διαχωρίζω το σιτάρι από το άχυρο

to blow the chaffs out of the grains 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
winnow
γ΄ ενικό πρόσωπο
winnows
ενεστώτα μετοχή
winnowing
απλός αόριστος
winnowed
παθητική μετοχή
winnowed
02

λικνίζω, ξεφυσώ

blow away or off with a current of air 
03

κοσκινίζω, επιλέγω

select desirable parts from a group or list 
04

λικνίζω, φυσώ πάνω

blow on 
01

το κόσκινισμα, η πράξη του διαχωρισμού του σιταριού από το άχυρο

the act of separating grain from chaff 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winnows

Λεξικό Δέντρο

winnowing
winnow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store