Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to winnow
01
λικνίζω, διαχωρίζω το σιτάρι από το άχυρο
to blow the chaffs out of the grains
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
winnow
γ΄ ενικό πρόσωπο
winnows
ενεστώτα μετοχή
winnowing
απλός αόριστος
winnowed
παθητική μετοχή
winnowed
02
λικνίζω, ξεφυσώ
blow away or off with a current of air
03
κοσκινίζω, επιλέγω
select desirable parts from a group or list
04
λικνίζω, φυσώ πάνω
blow on
Winnow
01
το κόσκινισμα, η πράξη του διαχωρισμού του σιταριού από το άχυρο
the act of separating grain from chaff
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winnows
Λεξικό Δέντρο
winnowing
winnow



























