wingspan
wing
ˈwɪng
ving
span
spæn
spān

Ορισμός και σημασία του "wingspan"στα αγγλικά

01

άνοιγμα φτερών, επιφάνεια πτέρυγας

linear distance between the extremities of an airfoil 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wingspans

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store