Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wingspan
01
άνοιγμα φτερών, επιφάνεια πτέρυγας
linear distance between the extremities of an airfoil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wingspans
LanGeek



























