Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
windswept
01
ανεμοδαρμένος, που έχει επηρεαστεί από τον άνεμο
describing an appearance that has been affected by the wind, often implying a slightly disheveled yet attractive look
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most windswept
συγκριτικός βαθμός
more windswept
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The actor 's windswept appearance suited the adventurous role.
Η εμφάνιση ανατιναγμένη από τον άνεμο του ηθοποιού ταίριαζε στον περιπετειώδη ρόλο.



























