windmill
wind
ˈwɪnd
vind
mill
mɪl
mil
windfall

Ορισμός και σημασία του "windmill"στα αγγλικά

01

ανεμόμυλος, αιολικό μύλο

a large, tall building with long blades, called sails, that uses wind power to make flour out of grain or pump water 
windmill definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
windmills
Παραδείγματα
The old windmill was restored as a historical site. 

Ο παλιός ανεμόμυλος αποκαταστάθηκε ως ιστορικός χώρος.

02

ανεμόμυλος, ανεμογεννήτρια

generator that extracts usable energy from winds 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store