Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to win over
[phrase form: win]
01
πείθω, κερδίζω την εύνοια
to try to change someone's opinion on something and gain their favor or support
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
win
ενεστώτας
win over
γ΄ ενικό πρόσωπο
wins over
ενεστώτα μετοχή
winning over
απλός αόριστος
won over
παθητική μετοχή
won over
Παραδείγματα
Her kindness eventually won over even her harshest critics.
Η καλοσύνη της τελικά κέρδισε ακόμη και τους πιο σκληρούς της επικριτές.



























