Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to win over
01
πείθω, κερδίζω την εύνοια
to try to change someone's opinion on something and gain their favor or support
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
win
ενεστώτας
win over
γ΄ ενικό πρόσωπο
wins over
ενεστώτα μετοχή
winning over
απλός αόριστος
won over
παθητική μετοχή
won over
Παραδείγματα
The candidate worked hard to win over undecided voters.
Ο υποψήφιος εργάστηκε σκληρά για να κερδίσει τους απροσδιόριστους ψηφοφόρους.



























