to win over
win
ˈwɪn
vin
o
əʊ
ew
ver

Ορισμός και σημασία του "win over"στα αγγλικά

to win over
01

πείθω, κερδίζω την εύνοια

to try to change someone's opinion on something and gain their favor or support 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
win
ενεστώτας
win over
γ΄ ενικό πρόσωπο
wins over
ενεστώτα μετοχή
winning over
απλός αόριστος
won over
παθητική μετοχή
won over
Παραδείγματα
The candidate worked hard to win over undecided voters. 

Ο υποψήφιος εργάστηκε σκληρά για να κερδίσει τους απροσδιόριστους ψηφοφόρους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store