wimp
wimp
wɪmp
vimp
pimpgimpsimplimp

Ορισμός και σημασία του "wimp"στα αγγλικά

01

δειλός, φλώρος

a person regarded as weak, timid, or lacking courage 
wimp definition and meaning
προσβλητικό
Παραδείγματα
The bullies picked on him because they thought he was a wimp. 

Οι νταήδες τον πείραξαν γιατί νόμιζαν ότι ήταν δειλός.

02

μια υποθετική υποατομική σωματίδιο μεγάλης μάζας που αλληλεπιδρά ασθενώς με τη συνηθισμένη ύλη μέσω της βαρύτητας· θεωρείται ως συστατικό της σκοτεινής ύλης του σύμπαντος, ένα WIMP (Weakly Interacting Massive Particle)

a hypothetical subatomic particle of large mass that interacts weakly with ordinary matter through gravitation; postulated as a constituent of the dark matter of the universe 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wimps

Λεξικό Δέντρο

wimpish
wimpy
wimp
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store