Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Willow
01
ιτιά, ιτιά για καλάθια
a type of tree that grows near water, with thin leaves which can be used for making baskets
Παραδείγματα
The old willow had a large, sprawling canopy that offered a cool retreat on hot summer days.
Η παλιά ιτιά είχε ένα μεγάλο, απλωμένο θόλο που προσέφερε ένα δροσερό καταφύγιο στις καυτές καλοκαιρινές μέρες.
02
a textile machine equipped with revolving spikes that open and clean raw fibers
Λεξικό Δέντρο
willowy
willow



























