Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wildness
01
αγριότητα, κατάσταση αγριότητας
the state or quality of being untamed, uncontrolled, or existing in a natural and undomesticated state
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
αγριότητα, ένταση συναισθήματος
a feeling of extreme emotional intensity
03
αγριότητα, κατάσταση αγριότητας
an intractably barbarous or uncultivated state of nature
04
αγριότητα, απείθαρχία
an unruly disposition to do as one pleases
Λεξικό Δέντρο
wildness
wild



























