to wigwag
wig
ˈwɪg
vig
wag
wæg
vāg

Ορισμός και σημασία του "wigwag"στα αγγλικά

to wigwag
01

σηματοδοτώ με σημαία ή φως σύμφωνα με έναν κώδικα, δίνω σήματα με σημαία ή φως

signal by or as if by a flag or light waved according to a code 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wigwag
γ΄ ενικό πρόσωπο
wigwags
ενεστώτα μετοχή
wigwagging
απλός αόριστος
wigwagged
παθητική μετοχή
wigwagged
02

κουνώ, ταλαντεύω

to signal with a swinging motion, resembling the motion of a flag 
Παραδείγματα
The crossing guard wigwagged his arms to signal drivers to stop. 

Ο φύλακας διαβάσεως κούνησε τα χέρια του για να σηματοδοτήσει στους οδηγούς να σταματήσουν.

Λεξικό Δέντρο

wigwag

wig

+

wag

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store