Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wigwag
01
σηματοδοτώ με σημαία ή φως σύμφωνα με έναν κώδικα, δίνω σήματα με σημαία ή φως
signal by or as if by a flag or light waved according to a code
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wigwag
γ΄ ενικό πρόσωπο
wigwags
ενεστώτα μετοχή
wigwagging
απλός αόριστος
wigwagged
παθητική μετοχή
wigwagged
02
κουνώ, ταλαντεύω
to signal with a swinging motion, resembling the motion of a flag
Παραδείγματα
The crossing guard wigwagged his arms to signal drivers to stop.
Ο φύλακας διαβάσεως κούνησε τα χέρια του για να σηματοδοτήσει στους οδηγούς να σταματήσουν.
Λεξικό Δέντρο
wigwag
wig
wag



























