Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wiggle
01
κουνιέμαι, κινώ
to move with small, quick, and back-and-forth motions, often in a playful or fidgety manner
Intransitive
Transitive: to wiggle sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wiggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wiggles
ενεστώτα μετοχή
wiggling
απλός αόριστος
wiggled
παθητική μετοχή
wiggled
Παραδείγματα
The cat wiggled its tail, ready to pounce on the moving toy.
Η γάτα κούνησε την ουρά της, έτοιμη να επιτεθεί στο κινούμενο παιχνίδι.
Wiggle
01
κούνημα, ταλάντωση
the act of wiggling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wiggles
Λεξικό Δέντρο
wiggler
wiggle



























