to wiggle
wi
ˈwɪ
vi
ggle
gəl
gēl
wagglewriggle

Ορισμός και σημασία του "wiggle"στα αγγλικά

to wiggle
01

κουνιέμαι, κινώ

to move with small, quick, and back-and-forth motions, often in a playful or fidgety manner 
Intransitive
Transitive: to wiggle sth
to wiggle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wiggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wiggles
ενεστώτα μετοχή
wiggling
απλός αόριστος
wiggled
παθητική μετοχή
wiggled
Παραδείγματα
The cat wiggled its tail, ready to pounce on the moving toy. 

Η γάτα κούνησε την ουρά της, έτοιμη να επιτεθεί στο κινούμενο παιχνίδι.

01

κούνημα, ταλάντωση

the act of wiggling 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wiggles

Λεξικό Δέντρο

wiggler
wiggle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store