Wi-Fi
Wi
waɪfaɪ
vaifai
Fi

Ορισμός και σημασία του "Wi-Fi"στα αγγλικά

01

Wi-Fi

the technology that allows computers, cell phones, etc. to access the Internet or exchange data wirelessly 
Wi-Fi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She connected her laptop to the Wi-Fi network to complete her work from the café. 

Συνέδεσε το laptop της στο δίκτυο Wi-Fi για να ολοκληρώσει τη δουλειά της από το καφέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store