Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
whorled
01
ελιγμένος, σπειροειδής
in the shape of a coil
02
δονούμενος, διατεταγμένος σε σπείρες
forming one or more whorls (especially a whorl of leaves around a stem)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whorled
συγκριτικός βαθμός
more whorled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
botany, pattern, arrangement
03
σπειροειδής, ελιγμένος
eggs of female fish
LanGeek



























