whorehouse
whore
ˈhɔ:
haw
house
haʊs
haws
storehouse

Ορισμός και σημασία του "whorehouse"στα αγγλικά

01

πορνείο, οίκος ανοχής

a place where sexual services are offered in exchange for money 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
whorehouses
Παραδείγματα
The police shut down the whorehouse after receiving numerous complaints from the neighbors. 

Η αστυνομία έκλεισε το πορνείο μετά από πολλές καταγγελίες των γειτόνων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

whorehouse

whore

+

house

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store