whore
whore
hɔ:
haw
wholewherewhose

Ορισμός και σημασία του "whore"στα αγγλικά

01

πόρνη, εκδιδόμενη

a woman who engages in sexual intercourse for money 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
whores
αρσενικό ενικό
male prostitute
θηλυκό ενικό
whore
neutral form
sex worker
02

πόρνη, τσούλα

a woman regarded as sexually promiscuous 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The preacher condemned women who dressed provocatively as whores. 

Ο ιεροκήρυκας καταδίκασε τις γυναίκες που ντύνονται προκλητικά αποκαλώντας τες πόρνες.

to whore
01

εκπορνεύομαι, πουλάω τον εαυτό μου

compromise oneself for money or other gains 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whore
γ΄ ενικό πρόσωπο
whores
ενεστώτα μετοχή
whoring
απλός αόριστος
whored
παθητική μετοχή
whored
02

εκπορνεύομαι, συναναστρέφομαι με πόρνες

have unlawful sex with a whore 
03

εκπορνεύομαι, δουλεύω στο δρόμο

work as a prostitute 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

whoredom
whore
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store