Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whistling
01
σφύριγμα, πράξη του σφυρίγματος
the act of whistling a tune
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
whistlings
02
σφύριγμα, σφύριξη
the act of signalling (e.g., summoning) by whistling or blowing a whistle
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
whistling
whistle



























