whistling
whist
ˈwɪs
vis
ling
lɪng
ling
whirling

Ορισμός και σημασία του "whistling"στα αγγλικά

01

σφύριγμα, πράξη του σφυρίγματος

the act of whistling a tune 
whistling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whistlings
02

σφύριγμα, σφύριξη

the act of signalling (e.g., summoning) by whistling or blowing a whistle 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store