whiskery
whis
ˈwɪs
vis
ke
ry
ri
ri
whiskey

Ορισμός και σημασία του "whiskery"στα αγγλικά

01

γενειοφόρος, με τρίχες στα μάγουλα και το πηγούνι

having hair on the cheeks and chin 
whiskery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
whiskeriest
συγκριτικός βαθμός
whiskerier
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

whiskery
whisker
whisk
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store