whiskered
whis
ˈwɪs
vis
kered
kəd
kēd
whispered

Ορισμός και σημασία του "whiskered"στα αγγλικά

01

γενειοφόρος, μουστακαλής

having hair on the cheeks and chin 
whiskered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whiskered
συγκριτικός βαθμός
more whiskered
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store