Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whirligig
01
γιο-γιο, περιστρεφόμενη μηχανή
a large, rotating machine with seats for children to ride or amusement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whirligigs
02
σβούρα, στρόβιλος
a conical child's plaything tapering to a steel point on which it can be made to spin
to whirligig
01
περιστρεφόμαι σαν σβούρα, στριφογυρίζω
whirl or spin like a whirligig
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
whirligig
γ΄ ενικό πρόσωπο
whirligigs
ενεστώτα μετοχή
whirligigging
απλός αόριστος
whirligigged
παθητική μετοχή
whirligigged



























