whipped cream
whipped
wɪpt
vipt
cream
kri:m
krim

Ορισμός και σημασία του "whipped cream"στα αγγλικά

01

κρέμα σαντιγί, χτυπημένη κρέμα

cream that has been beaten by a mixer or whisk until it becomes light and fluffy 
whipped cream definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
whipped creams
Παραδείγματα
Whipped cream melts quickly on warm desserts. 

Η κρέμα σαντιγί λιώνει γρήγορα σε ζεστά επιδόρπια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store