whiplash
whip
ˈwɪp
vip
lash
læʃ
lāsh
whitelash

Ορισμός και σημασία του "whiplash"στα αγγλικά

01

χτύπημα μαστιγίου, μαστίγωμα

a quick blow delivered with a whip or whiplike object 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whiplashes
02

τραυματισμός του λαιμού από απότομη κίνηση, whiplash

a neck injury caused by a sudden jerking motion, usually from a car accident 
Παραδείγματα
He suffered from whiplash after the rear-end collision. 

Υπέφερε από χτύπημα μαστιγίου μετά την οπίσθια σύγκρουση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store