wherewithal
where
wɛə
veē
wi
vi
thal
ðɔ:l
dhawl

Ορισμός και σημασία του "wherewithal"στα αγγλικά

01

μέσα, πόροι

the skill, knowledge, or resources required to do something, particularly money 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
With the necessary wherewithal, she embarked on her dream of starting her own business. 

Με τα απαραίτητα μέσα, ξεκίνησε το όνειρό της να ξεκινήσει τη δική της επιχείρηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store