Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wheelbarrow
01
χειραμάξιο, μονοκύλινδρος καροτσάκι
an object with two handles and one wheel, used for carrying things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wheelbarrows
Παραδείγματα
He filled the wheelbarrow with soil for the garden.
Γέμισε το χειραμάξι με χώμα για τον κήπο.
to wheelbarrow
01
μεταφέρω με καροτσάκι, μετακινώ με καροτσάκι
to move or carry something using a wheelbarrow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wheelbarrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
wheelbarrows
ενεστώτα μετοχή
wheelbarrowing
απλός αόριστος
wheelbarrowed
παθητική μετοχή
wheelbarrowed
Παραδείγματα
They wheelbarrowed soil across the garden.
Μετέφεραν με καροτσάκι χώμα μέσα στον κήπο.



























