Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wheedle
01
κολακεύω, πείθω με κολακεία
to obtain something through coaxing, charm, or subtle persuasion
Παραδείγματα
He wheedled his way into the exclusive party.
Καταφέρεται να μπει στην αποκλειστική πάρτι.
Λεξικό Δέντρο
wheedler
wheedling
wheedle



























