Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
whatsoever
whatsoever
01
καθόλου, ούτε στο ελάχιστο
(used for emphasis) not at all
Παραδείγματα
He had no understanding whatsoever of the complex instructions.
Δεν είχε καμία κατανόηση των πολύπλοκων οδηγιών.



























