Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Welshman
01
Ουαλός, κάτοικος της Ουαλίας
a native or resident of Wales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Welshmen
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ουαλός, κάτοικος της Ουαλίας