welsh
welsh
wɛlʃ
ουελσ
/wɛlʃ/

Ορισμός και σημασία του "Welsh"στα αγγλικά

01

ουαλικά, η αρχική γλώσσα της Ουαλίας

the original language of Wales
Welsh definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

Ουαλός, Ουαλή

a person from Wales or someone of Welsh descent
Welsh definition and meaning
Παραδείγματα
Many Welsh speak both English and Welsh fluently.
Πολλοί Ουαλοί μιλούν άπταιστα τόσο αγγλικά όσο και ουαλικά.
03

Ουαλικό, ράτσα βοοειδών διπλής χρήσης που αναπτύχθηκε στην Ουαλία

a breed of dual-purpose cattle developed in Wales
01

Ουαλικός, από την Ουαλία

related to the country of Wales, its people, culture, or language
Welsh definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The Welsh flag features a red dragon on a green and white background.
Η ουαλική σημαία απεικονίζει έναν κόκκινο δράκο σε πράσινο και λευκό φόντο.
to welsh
01

εξαπατώ με την αποφυγή πληρωμής ενός χρέους τυχερών παιχνιδιών, εξαπατώ μη πληρώνοντας ένα χρέος τυχερών παιχνιδιών

cheat by avoiding payment of a gambling debt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
welsh
γ΄ ενικό πρόσωπο
welshes
ενεστώτα μετοχή
welshing
απλός αόριστος
welshed
παθητική μετοχή
welshed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store