to well up
well
wɛl
ουελ
up
ʌp
απ

Ορισμός και σημασία του "well up"στα αγγλικά

to well up
01

to fill with tears or strong emotion 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
well
ενεστώτας
welling up
απλός αόριστος
welled up
παθητική μετοχή
welled up
Παραδείγματα
Tears welled up in her eyes. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store