Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well behaved
01
καλομαθημένος, υπάκουος
(usually of children) someone who behaves in a manner that the speaker believes is correct
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best behaved
συγκριτικός βαθμός
better behaved
διαβαθμίσιμο



























