Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-tried
01
καλά δοκιμασμένο, δοκιμασμένο και αποτελεσματικό
(of a treatment, product, or method) tested many times and known to be useful or effective
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-tried
συγκριτικός βαθμός
more well-tried
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
method, reliability, testing
LanGeek



























