well-qualified
well
ˌwɛl
vel
qua
kwɒ
kvo
li
li
fied
faɪd
faid

Ορισμός και σημασία του "well-qualified"στα αγγλικά

well-qualified
01

καλά καταρτισμένος, εξαιρετικά καταρτισμένος

having the necessary skills, experience, or education for a specific job or task 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-qualified
συγκριτικός βαθμός
more well-qualified
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
employment, skills, education
Παραδείγματα
She is well-qualified for the managerial position. 

Είναι καλά καταρτισμένη για τη θέση της διοίκησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store