Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Welfare work
01
κοινωνική εργασία, προνοιακή δραστηριότητα
activities and programs that aim to provide assistance and support to people who are in need, such as the poor, elderly, or disabled
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























